Στὴ χριστιανικὴ σκέψη καὶ πρακτικὴ
παρατηροῦνται κατὰ καιροὺς δύο ἐκ διαμέτρου ἀντίθετες τάσεις, οἱ ὁποῖες,
ὅταν μεμονωμένα ἀπολυτοποιοῦνται, δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὴ
γνησιότητα τῆς χριστιανικῆς ἀποκαλύψεως.
Αὐτὲς εἶναι εἴτε ἡ λανθάνουσα
μανιχαϊστικὴ καὶ πλατωνικὴ τάση, ποὺ τονίζει ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει μονάχα
μεταϊστορικοὺς στόχους, εἴτε ὁ κοινωνικὸς ἀκτιβισμὸς ποὺ ἀπολυτοποιεῖ
τὴν κοινωνικότητα σὲ βάρος τῆς ἐσχατολογικῆς πραγματικότητας.
Καὶ οἱ δύο αὐτὲς ἀκραῖες τάσεις ἀγνοοῦν
ὅτι στὴν Ὀρθοδοξία ἔχουμε ἕναν τέλειο συνδυασμὸ μεταφυσικοῦ καὶ
ἱστορικοῦ, αἰωνίου καὶ παροδικοῦ, ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ καὶ θεώσεως τοῦ
ἀνθρώπου.
Αὐτὸν τὸ συνδυασμὸ πέτυχε κατὰ τὸν πλέον
ἰδεώδη τρόπο ὁ Μεγάλος Διδάχος τοῦ Δούλου Γένους Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ
ὁποῖος δὲν ἦταν μονάχα ὁ ἀσκητὴς μὲ τὶς


















