
Τήν Ὀρθοδοξία ἤ τά Προσκυνήματα ;
Μία μικρή τρήση στόν ἑλληνικό ἐθνοφυλετισμό
τοῦ
Μοναχοῦ Σεραφείμ γιά τόν «Στῦλο Ὀρθοδοξίας»
Εἰσαγωγή: ὁ σλαβικός ἐθνοφυλετισμός
Πολύ
συχνά ἀκούεται στίς μέρες μας ἡ μομφή κατά τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, δηλαδή τῆς
πλάνης ἐκείνης ἡ ὁποία ἐπιμένει νά θέτει ἐθνικές, δῆθεν ἀπό Θεοῦ, φυλετικές
προτεραιότητες ἐντός τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας, ὅπου ὅμως «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος,
οὐδέ Ἕλλην» (Γαλ. 3, 28), διότι «οὐκ ἔστι προσωπολήπτης ὁ
Θεός» (Πράξ. 10, 34). Ὁ κατά τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ «Ὅρος» τῆς Ἁγίας καί
Μεγάλης ἐν ΚΠόλει Συνόδου τοῦ 1872, διελάμβανε ὅτι «ἀποκηρύττομεν
κατακρίνοντες καί καταδικάζοντες τόν φυλετισμόν, τοὐτέστι τάς φυλετικάς
διακρίσεις καί τάς ἐθνικάς ἔρεις καί ζήλους καί διχοστασίας ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ»
[1].
Ἡ «δόξα» (δοξασία) τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ
καταδικάστηκε ἀπό τήν Σύνοδο αὐτή μέ ἀφορμή τόν ὑποκινούμενο ἀπό τούς Ρώσσους
βουλγαρικό ἐθνικισμό, ὁ ὁποῖος ἐκκλησιαστικῶς μέν ὁδήγησε στό σχίσμα (1872-1945)
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας ἀπό τήν Μητέρα Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο
ΚΠόλεως, πολιτικῶς δέ ὑποδαύλισε τίς ἐθνικές διαμάχες πού προκάλεσαν τόν ἔνδοξο
Μακεδονικό Ἀγῶνα (1904-1908) καί τούς Βαλκανικούς Πολέμους τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ
αἰ. [2]. Ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης
Ρωμανίδης ἔχει ἀνατάμει τίς θεολογικές παραμέτρους τοῦ ρωσσικοῦ καί γενικότερα σλαβικοῦ
ἐθνοφυλετισμοῦ καί τίς ἀποδίδει στήν θεωρία τοῦ Ρώσσου φιλοσόφου Χομιακώφ (1804-1860),
ὅτι «οἱ “Γραικοί” καί “Λατῖνοι” ὡς Κουσῖται δέν κατενόησαν ἐπαρκῶς καί εἰς
βάθος τόν Χριστιανισμόν ὡς κατενόησαν αὐτόν οἱ Ἰρανικοί Σλαῦοι» [3].
Ὁ
γράφων, ὡς πρώην Ἁγιοταφίτης, εἶναι σέ θέση νά γνωρίζει καλῶς τήν παλαιά ὑπονομευτική
τῆς ἑλληνικῆς παρουσίας δραστηριότητα τῆς ρωσσικῆς διπλωματίας στήν Ἐγγύς καί
τήν Μέση Ἀνατολή, ὅπως φαίνεται ἰδιαιτέρως στίς περιπτώσεις τῆς τελείας ἐκδιώξεως
τῶν Ἑλλήνων Κληρικῶν ἀπό τό Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας [4]
(τό ὁποῖο «ἀραβοποιήθηκε» τό 1899), ἀλλά καί τῆς κινητικότητος καί ἐπιρροῆς τοῦ
γνωστοῦ Ρώσσου Κόμητος Ν. Ἰγνάτιεφ (Πρέσβεως τῆς Ρωσσίας στήν ΚΠολη) στήν αὐλή
τοῦ παλαιφάτου Πατριαρχείου τῶν Ἱεροσολύμων
ἀπό τοῦ 1863 καί ἑξῆς, καθώς καί τῆς προηγηθείσης δράσεως τοῦ ἀρχιμανδρίτου Πορφυρίου
Οὐσπένσκι. Ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιρροῆς αὐτῆς, ὁ κατά τἆλλα ἔνδοξος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων
Κύριλλος Β΄ (1845-1872) ἀπέσχε ἀπό τήν δικαία καταδίκη τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ στή ὡς
ἄνω Σύνοδο τοῦ 1872 [5]. Βεβαίως, καί ἐντός
τῆς Ὀρθοδόξου Ρωσσίας ὑπῆρξαν ἤδη ἀπό τότε φωνές συνετές, ἐπικριτικές αὐτῆς τῆς
παρεμβατικῆς πολιτικῆς καί τῆς παραγνωρίσεως τῶν ἑλληνικῶν ἱστορικῶν «δικαίων».