........................................................................................................................
Τό
ΟΧΙ τῆς σημερινῆς ἐπετείου μπορεῖ νά ἀκούγεται στίς ἡμέρες μας κάπως
ἀραιά καί τρομαγμένα, ἀλλά ἀκούγεται. Καί μερικές φορές μάλιστα
ἀκούγεται τόσο δυνατά, πού κάποιοι πουλημένοι τῆς πολιτικῆς καί τῆς
ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης τρομάζουν καί ἀναρρωτιοῦνται: Μά καλά, μέ τόσο
κυνηγητό, μέ τόσες ἀπειλές, μέ τόσες διώξεις, μέ τόσους χρηματισμούς, μέ
τόση φτώχεια, μέ τόση παραπλάνηση, μέ τόσες ἰσοπεδώσεις στήν Παιδεία
καί στήν Ἐκκλησία, πῶς
εἶναι δυνατόν καί ὑπάρχουν ἀκόμα σ’ αὐτόν τόν Τόπο ἐραστές τοῦ ΟΧΙ; Πῶς
εἶναι δυνατόν καί συνεχίζουν νά ὀρθώνουν ἀνάστημα μιμητές Ἡρώων καί
Ἁγίων;
Εἶναι! Γιατί ἡ Ἑλλάδα μας εἶναι τό ἀγαπημένο παιδί τῆς Παναγιᾶς μας.
Γιατί στήν Ἑλλάδα μας ἡ προσευχή καί ἠ μετάνοια δέν ἔλειψαν. Εἶναι ριζωμένες βαθειά.
Γιατί στήν ὅποια δική μας ἀβελτηρία κράζουν δίπλα μας καί ἀπαντοῦν στόν ἐπίβουλο τά λείψανα τῶν Ἁγίων καί τῶν Ἡρώων μας.
Ζήτω ἡ ἐπέτειος τοῦ ΟΧΙ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940!
Ζήτω ἡ Πατρίδα μας ἡ Ἑλλάδα!
Ζήτω τό Γένος τῶν Ρωμηῶν!
..........................................................................................................................................
 |
| Αγ. Αθανάσιος Χωρούδας |
Σεβαστέ μας πάτερ Φώτιε,
ἀγαπητοί μου συμπατριῶτες καί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί.
Ἡ 28η
Ὀκτωβρίου τοῦ 1940 ὑπῆρξε μιά μοναδική ἱστορική στιγμή ὅχι μονάχα γιά ἐμᾶς τούς
Ἔλληνες, ἀλλά καί γιά ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα!
Τό
ΟΧΙ τοῦ Μεταξᾶ, τό ἔβαλαν οἱ παπποῦδες μας βαθειά μέσα στίς καρδιές τους καί τό
μετέτρεψαν πάνω στά κακοτράχαλα βουνά τῆς Ἠπείρου σέ Νίκη!
Τό πῆραν
τά χείλη τῆς Βέμπο καί τό ἔκαναν τραγούδι.
Ἀντήχησε
ὡς κρότος δυνατός ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Πατρίδας μας καί ἀναδείχθηκε σέ
Σύμβολο τῆς ἀντίστασης καί τῆς Ἐλευθερίας.
Τό ἀφουγκράστηκαν
οἱ ψοφοδεεῖς καί τάχα ἰσχυροί Εὐρωπαῖοι καί νόμισαν πώς ὀνειρεύονται! Πῶς εἶναι
δυνατόν, ἀναρωτήθηκαν, ἕνας τόσο μικρός λαός νά τά βάλει μέ μιά ὑπερδύναμη;
Ὁ Ἰταλός
πρέσβυς καταφθάνει στήν πρωθυπουργική κατοικία στίς τρεῖς παρά τέταρτο τά
ξημερώματα. Ἡ Ἰταλία μέ τελεσίγραφο ζητάει ἀπό τούς Ἕλληνες νά παραδοθοῦν. Τό
ΟΧΙ τῶν Ἑλλήνων, διά στόματος τοῦ τότε πρωθυπουργοῦ Ἰωάννη Μεταξᾶ, μέσα σέ δυό ὧρες,
βροντάει κι ἀστράφτει στό Ἀλβανικό μέτωπο.
 |
| Συντ. Κων. Δαβάκης |
Ὁ
συνταγματάρχης Κωνσταντῖνος Δαβάκης, διοικητής τοῦ ἀποσπάσματος Πίνδου, στίς 5
τό πρωΐ, στέλνει στούς ἄνδρες του τήν ἑξῆς
διαταγή: ‘’Ὁ ὕπουλος γείτονάς μας αἰφνιδιαστικά
μᾶς ἐπετέθη. Ἡ Ἑλλάδα μας περιμένει ἀπό τόν καθένα μας, νά δώσουμε ἕνα καλό
μάθημα στόν εἰσβολέα. Φανεῖτε Ἕλληνες καί κρατῆστε γερά τά ὅπλα μέ πίστη στόν
Θεό καί τόν ἑαυτό σας. Ζήτω ἡ Ἑλλάς!’’.
Ὁ
στρατηγός Κατσιμῆτρος, διοικητής τῆς ὀγδόης μεραρχίας τῆς Ἠπείρου τηλεφωνεῖ στό
Γενικό Ἐπιτελεῖο καί λέει: ‘’Μπορῶ ὑπεύθυνα
νά διαβεβαιώσω τόν κύριο Ἀρχηγό τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, καί τό τονίζω ἰδιαιτέρως,
ὅτι οἱ Ἰταλοί δέν θά περάσουν’’.
Τά
παλληκάρια μας, πολεμῶντας γενναία πάνω στῆς Πίνδου τίς χιονισμένες κορφές, ἀφήνοντας
ἄναυδους τούς ‘’λογικούς’’ καί ὀλίγιστους Εὐρωπαίους, κατάφεραν τό ἀκατόρθωτο:
Ταπείνωσαν μιά παντοδύναμη τότε αὐτοκρατορία! Ἡ ἰαχή ‘’ἀέρα’’ ἔγινε ὁ φόβος καί
ὁ τρόμος τῶν ἰταλικῶν μεραρχιῶν. Τά ψυχρά νερά τῆς Ἀδριατικῆς λίγο ἔλειψε νά
δεχθοῦν στόν πάτο τους κάθε ἀπομεινάρι ἀπό τήν περιλάλητη στρατιωτική μηχανή τοῦ
ἰταλικοῦ φασισμοῦ.
 |
| Στρατ. Χαράλ. Κατσιμήτρος |
Κι ἐκεῖνοι, πού τά γεράματα τούς
υποχρέωσαν νά μείνουν στά μετώπισθεν, δέν ἡσυχάζουν. Ὅπως τό γεροντάκι, πού
περιμένει τήν σειρά του ἀνάμεσα σέ νεώτερους, νά δώσει τό αἷμα του γιά τούς
τραυματίες μας. Ὁ γιατρός τῆς αἱμοδοσίας τόν βλέπει στήν σειρά τῶν αἱμοδοτῶν
καί τοῦ λέει ἐνοχλημένος:
-Ἐσύ παππούλη, τί θέλεις ἐδῶ;
-Ἦρθα κι ἐγώ, γιατρέ, νά δώσω αἷμα.
Ὁ γιατρός τόν κοιτάζει μέ ἀπορία καί
συγκίνηση.
-Μή
μέ βλέπεις ἔτσι, γιατρέ μου. Εἶμαι γερός, τό αἷμα μου εἶναι καθαρό καί ἀκόμα
ποτές μου δέν ἀρρώστησα. Εἶχα τρεῖς γιούς. Σκοτώθηκαν καί οἱ τρεῖς ἐκεῖ πάνω.
Χαλάλι τῆς Πατρίδας! Ὅμως, μοῦ εἶπαν πώς οἱ δύο πῆγαν ἀπό αἱμορραγία. Λοιπόν, εἶπα
στή γυναῖκα μου, θά ‘ναι κι ἄλλοι πατεράδες, πού μπορεῖ νά χάσουν τά παλληκάρια
τους, γιατί δέν θά ‘χουν οἱ γιατροί μας αἷμα νά τούς δώσουν. Νά πάω νά δώσω κι ἐγώ
τό δικό μου. ‘’Ἄϊντε, πήγαινε, γέρο μου’’, μοῦ εἶπε ‘’κι ἄς εἶναι γιά τήν ψυχή
τῶν παιδιῶν μας’’. Κι ἐγώ σηκώθηκα καί ἦρθα.
Αὐτός
ἦταν ὁ λαός μας, πού ἔφτασε στό θαῦμα. Τό θαῦμα τοῦ Δαβίδ ἀπέναντι στόν Γολιάθ.
Τό θαῦμα, πού μᾶς τό χάρισε ἡ Παναγιά μας ἡ Μεγαλόχαρη.