Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020

Γελάσιος μοναχός Σιμωνοπετρίτης (1904-1987)




Στις Φώκιες της Μικρασίας, πρωτοείδε τον ήλιο ο γέρων Γελάσιος. Γεννήθηκε το 1904 και μέχρι τον φρικτό διωγμό του 1922 γαλουχήθηκε με τα νάματα και τις παραδόσεις της μικρασιατικής ευσέβειας. Μικρός πήγαινε στα εξωκκλήσια των νησιών που ήταν μπροστά στο λιμάνι κι' όταν γύριζε ρωτούσε τη μητέρα του: - Μάννα, ποια είναι η γυναίκα που κρατάει το παιδί στην αγκαλιά της μέσα στην εκκλησία;


- Η κυρά Παναγιά, απαντούσε εκείνη γλυκά, με τον αφέντη τον Χριστό.


Από μικρός ο Γέροντας έβλεπε χειροπιαστή στη ζωή του την προστασία της Παναγίας και την καθοδήγησή Της. Σε ηλικία 15 χρόνων κατατάσσεται εθελοντής στον συμμαχικό στρατό, φλεγόμενος από ζήλο για την μεγάλη Ελλάδα. Τότε, σε ένα ναυάγιο στη Μεσόγειο σώθηκε θαυματουργικά από την Παναγία και τον Άγιο Νικόλαο, αφού πάλεψε τρία μερόνυχτα στο ανοιχτό πέλαγος.



Στη Μυτιλήνη, όπου εγκαταστάθηκε μετά τη μικρασιατική καταστροφή, είχε παρηγοριά του την Παναγία της Αγιάσου. Τα τάματα που Της είχε κάνει σαν ψαράς και ναυτικός, τα ξεπλήρωσε αργότερα σαν μοναχός, εκδηλώνοντας έτσι την ευχαριστία και ευγνωμοσύνη του για την βοήθειά Της.


«Το 1928, διηγείται ο ίδιος, ταξίδευα με το καϊκι μας έξω από την Τήνο. Ο καιρός ήταν καλός και το καϊκι έτρεχε με 8 μίλια.



- Βρε Αντώνη, είπα στον αδελφό μου, επιθυμώ να προσκυνήσουμε την Παναγία.


Εκείνος όμως αρνήθηκε.


- Τέτοιον καιρό δεν θα τον ξαναβρούμε. Εμείς το πρωί θα είμαστε στον Πειραιά.


Τι να έλεγα; Ο Αντώνης ήταν μεγαλύτερος. Έκανα λοιπόν βόλτες στο κατάστρωμα, μέχρι που πλησιάσαμε 300-400 μέτρα στο λιμάνι. Τότε ξαφνικά κόπηκε ο άνεμος. Η θάλασσα έγινε λάδι γύρω από το καϊκι. Κρέμασαν τα πανιά. Τι παράξενο όμως! Η μπουνάτσα έγινε μόνο για μας. Πιο πέρα ο αέρας βούιζε. Ήταν, φαίνεται, επέμβαση της Παναγίας για να ικανοποιήσει την επιθυμία μου.


- Άντε, να γίνει το χούι σου, είπε ο Αντώνης.


Ήταν Πάσχα. Βγήκαμε και προσκυνήσαμε. Εκεί άκουσα για πρώτη φορά το "Ο άγγελος εβόα". »


Αργότερα η Παναγία κάλεσε με θαυμαστό τρόπο τον π. Γελάσιο από το καϊκι του στο περιβόλι Της.


«Μια νύχτα στον ύπνο μου, διηγείται ο γέροντας, μου φάνηκε πως ήταν πολύς λαός συγκεντρωμένος για να υποδεχθεί τη βασίλισσα. Από μακριά φάνηκαν τα αλόγατα που τρέχανε σέρνοντας πίσω χρυσή άμαξα. Πάνω της καθόταν η βασίλισσα με πλήθος δορυφόρων και αξιωματικών. Ξαφνικά κάποιος με άρπαξε και με ανέβασε στην άμαξα, στο πίσω μέρος. Σε λίγο φθάσαμε σε ένα κάστρο με πύργους και λαμπρό παλάτι. Εκεί η βασίλισσα κατέβηκε. Δεν πρόλαβα όμως να τη δω καθαρά. Πρόσεξα μόνο το ένα μέρος του προσώπου της, καθώς ανέβαινε τις σκάλες του παλατιού.


Ξύπνησα! Βγήκα έξω και πήγα στο καφενείο, όπου ήταν και άλλοι ναυτικοί. Βρισκόμουν στο Πασαλιμάνι με το καΐκι μου φορτωμένο. Ο νους μου όμως είχε γεμίσει από την ομορφιά της βασίλισσας. Αργότερα συνάντησα κάποιον Αγιαννανίτη μοναχό. Του διηγήθηκα το όνειρό μου κι' εκείνος μου εξήγησε πως με καλεί η Παναγία στο Άγιον Όρος να γίνω πιστός Της ακόλουθος.


Η καρδιά μου για λίγο διακόπηκε. Νίκησε όμως η αγάπη της Βασίλισσας. Την ίδια μέρα εγκατέλειψα κι' εγώ - σαν τους Αποστόλους - πλοίο φορτωμένο, αδελφό, γονείς και ξεκίνησα για τον Άθωνα. Το τέρμα του ταξιδιού μου ήταν η μονή Γρηγορίου. Μπήκα στο Καθολικό να προσκυνήσω. Την ώρα εκείνη ψαλλόταν η Θεία λειτουργία. Στην Θεομητορική εικόνα του τέμπλου, αναγνώρισα την Βασίλισσα του ονείρου μου! Έσπευσα να την ασπασθώ, οπότε ο διακο- Θεόδωρος που στεκόταν εκεί, μου είπε:


- Χάθηκαν οι εικόνες της Παναγίας - παιδί μου - και ήρθες στο τέμπλο να προσκυνήσεις; 


Αλλά, βέβαια, που να ήξερε την δική μου καρδιά ... »


Γελάσιος μοναχός Σιμωνοπετρίτης (1904-1987),
Χρυσόστομος ιερομ. Σιμωνοπετρίτης


Γελάσιος μοναχός Σιμωνοπετρίτης (1904-1987)



Πηγή φωτογραφιών: 
Αγιορειτική Προσωπογραφία (Γελάσιος μον. Σιμωνοπετρίτης)
 
Πηγή άρθρου:
        Εμείς από ΕΔΩ 

Ο γέρων Γελάσιος Σιμωνοπετρίτης (1904–1987) είχε την περισσότερη «θεωρία» απ’ όλους τους τελευταίους μοναχούς που κοιμήθηκαν στη Μονή της Σιμωνόπετρας. Ήταν ταλαιπωρημένος από τη ζωή. Καραβοκύρης στα νιάτα του, εγκατέλειψε το πλοίο του φορτωμένο στον Πειραιά –ύστερ’ από ένα όνειρο– και κίνησε για το Άγιον Όρος, δίχως να λογαριάσει τίποτε! Ήταν τότε μόλις τριάντα ετών.



Είδε την Παναγία πέντε φορές! Όχι στον ύπνο του, αλλά στην πραγματικότητα. Μάλιστα. Τον αξίωσε η Παναγία μας. Τον τελευταίο χρόνο της ζωής του είδε και τον άγιο Σίμωνα, ο οποίος του αποκάλυψε διάφορα που ο παππούλης τα μετέφερε στον Γέροντα Αιμιλιανό. Ήταν ένας άνθρωπος με πλούσιες πνευματικές εμπειρίες. Όλους εμάς τους νέους μάς βοήθησε πολύ να σταθεροποιηθούμε στη μοναχική μας ζωή και να έχουμε τη βεβαιότητα της συνεχούς παρουσίας της Παναγίας δίπλα μας.

Θυμάμαι που κάποτε είχε έρθει στο Μοναστήρι μας ένας παγκοσμίως γνωστός και τον ρώτησε:
–Τι κάνεις, πάτερ;
–Ετοιμάζομαι για τη ζωή!
–Μα εσύ πεθαίνεις, Γέροντα!...
Του είπε απορημένος και πήρε μια νέα ηχηρή απάντηση:
–Μα δεν ξέρεις, άρχοντά μου, ότι για τους χριστιανούς δεν υπάρχει θάνατος; Μόνο ζωή υπάρχει. Ο Χριστός τι μας είπε; «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή». Αφού πιστεύουμε στον Χριστό μας, που αναστήθηκε, τότε κι εμείς θ’ αναστηθούμε. Όσο εδώ ο έξωθεν άνθρωπος φθείρεται, ο έσωθεν ανακαινίζεται.
Ο επιφανής αυτός ξένος, τόσο ενθουσιάστηκε, που είπε αμέσως μετά: «Πράγματι, ο άνθρωπος αυτός βρήκε το νόημα της ζωής. Εμείς, εκεί έξω, τι κάνουμε;…».
Γελάσιος μοναχός Σιμωνοπετρίτης (1904-1987)
και Αγ. Εφραίμ Κατουνακιώτης
Όπως ο απόδημος σκέφτεται πότε θα έρθει η ευλογημένη ώρα να γυρίσει πίσω στην οικογένειά του, στο περιβάλλον του, έτσι κι εμείς· σκεφτόμενοι ότι οι πρωτότοκοι αδελφοί μας βρίσκονται στον Ουρανό, περιμένουμε πότε θα έρθει η ώρα ν’ αποδυθούμε το φθαρτό ένδυμα και να ενδυθούμε τον ανακαινισμένο άνθρωπο. Περιμένουμε πότε θα πάμε κοντά στον Χριστό μας, να Τον προσκυνήσουμε. Να συναντηθούμε με την Παναγία μας, με τους αγίους και τους αγγέλους. Μόνο έτσι ο θάνατος είναι χαρμόσυνο γεγονός. Ενώ, αντίθετα, θάνατος χωρίς Χριστό, είναι όντως θάνατος. Θάνατος με Χριστό, είναι ζωή!

Μας διηγιόταν ότι το 1963 ο βασιλιάς Παύλος είχε καλέσει Αγιορείτες στ’ ανάκτορα, επ’ ευκαιρία της χιλιετηρίδας του Αγίου Όρους. Πήγε σύσσωμη η Ιερά Κοινότητα. Παρίσταντο διάφοροι επίσημοι κοσμικοί. Στο τραπέζι καθόταν ένας μοναχός, ένας κοσμικός, ένας μοναχός, ένας κοσμικός. Δίπλα στον Γερο–Γελάσιο κάθισε ο Ηλίας Βενέζης. Ήσαν συμπατριώτες από την ευλογημένη αιολική γη, από τη Μικρασία. Ο παππούς καταγόταν από την Παλαιά Φώκαια.
Κάποια στιγμή ο Βενέζης τού λέει:
–Γέροντα, από πού είσαι;
–Από το Άγιον Όρος!
–Από ποιο Μοναστήρι;
–Από τη Σιμωνόπετρα είμαι.
–Από πού κατάγεσαι;
–Από τις Φώκαιες της Μικράς Ασίας.
–Τι λες, Γέροντα! Ώστε είσαι Αιγαιοπελαγίτης καλόγερος.
–Ναι. Του λόγου σου, ποιος είσαι;
–Ο Ηλίας Βενέζης.
–Δεν σε ξέρω, παιδί μου. Συμπάθα με!...
–Δεν πειράζει, παππού. Πες μου πόσα χρόνια έχεις στο Άγιον Όρος;
–Τριάντα τρία, ευλογημένε.
–Τριάντα τρία;
–Εε, ναι. Πολλά είναι;
–Δεν μου λες, Γέροντα· μετάνιωσες ποτέ που έγινες μοναχός;
–Τι λες, κυρ-Ηλία, τι λες; Εκατό φορές να γεννιόμουνα, πάλι καλόγερος θα γινόμουν! Άκου, λέει, να μετανιώσω!... Άμα ζήσεις μια γλύκα –δεν σου όλες όλες– από την καλογερική ζωή, ξετρελαίνεσαι και δεν σκέφτεσαι τίποτε άλλο. Τι μου λες τώρα εσύ…
Όλη αυτή η στιχομυθία έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση στον Βενέζη, που την επομένη Κυριακή στην επιφυλλίδα του στην «Ακρόπολη» έγραψε χρονογράφημα με τίτλο: «Ο Αιγαιοπελαγίτης ψαράς». Έκανε μάλιστα και σχετική εκπομπή.

Στα τελευταία του τον είχαμε στο λιμανάκι στη Δάφνη, σαν οικονόμο επιτηρητή της ξυλείας που παραδίδουμε στα φορτηγά. Ο παππούς είχε πάμπολλα γατιά. Όταν τον έβλεπες, έκανες τη σκέψη ότι ήταν ένας αποτυχημένος στη ζωή του. Κυκλοφορούσε πάντοτε λερωμένος, ατημέλητος, γεμάτος τρίχες από τα γατιά. Όπως καθόταν στην πολυθρονίτσα, οι γάτες σκαρφάλωναν σ’ ολόκληρο το σώμα του! Μάλιστα στο κεφάλι του ανέβαινε μια που τη φώναζε «Προσφυγοπούλα» και ήταν τυφλή. Όταν κοιμόταν ο Γέροντας δεν χρησιμοποιούσε ποτέ κουβέρτα, γιατί ογδόντα γατάκια ανέβαιναν και κοιμόνταν επάνω του! Γέμιζε γάτες… Μόνο το στόμα έμενε ακάλυπτο. Καθώς ανέπνεε, ανεβοκατέβαινε το γατοπάπλωμα αυτό! Το θέαμα ήταν κωμικό και χαριτωμένο. Για τους σημερινούς οικολόγους, ο παππούς ήταν ό,τι έπρεπε.
Μια φορά τον ρώτησα:
–Παππού ευλογημένε, τι τα κάνεις τόσα γατιά;
–Ε, κι αυτά δεν έχουν δικαίωμα να ζήσουν; Σάμπως εγώ τα γέννησα; Ο Θεός τα έφερε κι εγώ τα υπηρετώ!... μου απάντησε αφοπλιστικά.
Κάθε μέρα έριχνε το διχτάκι κι έπιανε ψάρια. Χρειαζόταν πέντε κιλά για τις γάτες του. Έβγαζε πολλά ψάρια. Έστελνε και σ’ εμάς στο Μοναστήρι, όσα δεν έδινε στα… γατιά!

–Μερικοί νομίζουν ότι είναι ζωοφιλία αυτό, παιδί μου!, μου είπε κάποια μέρα. Όμως δεν είναι έτσι. Απλώς πρέπει να έχω τη συνείδησή μου καθαρή έναντι στον Θεό, ο Οποίος μας διδάσκει την ευγνωμοσύνη. Είδες τι έγινε με τους δέκα λεπρούς; Οι εννέα, και για τον Χριστό και για την Ιστορία, ήταν και είναι απόντες. Εγώ, λοιπόν, από ευγνωμοσύνη διακονώ τα γατιά. Θα σου πω γιατί. Τότε που, επί δώδεκα χρόνια ήμουν στον αρσανά του Μοναστηριού, ψάρευα καθημερινά. Πάντοτε το καλύτερο μπαρμπούνι που έβγαζα, το έδινα σ’ ένα γατάκο πανέμορφο που είχα, τον «Μπουλούκο». Πανέξυπνος, με καταλάβαινε σαν να ήταν παιδάκι! Με μια ματιά που του έριχνα, καταλάβαινε τι ήθελα.
Κάποιος καλός χριστιανός είχε δώσει στο παππού μερικά χρήματα κι έτσι αγόρασε μια μηχανίτσα και την έβαλε στο βαρκάκι που είχε, το «Αραπάκι» του. Το είχε βάψει κατάμαυρο, καλογερικό! Όταν ο γάτος άκουγε τη μηχανίτσα της βαρκούλας, έτρεχε στο μουράγιο κι άρχιζε τα «νιάου–νιάου». Μόλις πλησίαζε το βαρκάκι, πηδούσε μέσα ο «Μπουλούκος». Ο παππούς τον περίμενε κρατώντας το μπαρμπουνάκι από την ουρά. Το έπαιρνε ο γάτος κι έβγαινε να το… περιποιηθεί με την ησυχία του. Ο Γέροντας τακτοποιούσε τη βάρκα και τα δίχτυα. Αυτό γινόταν καθημερινά. Κάποια μέρα έπιασε ένα πολύ μεγάλο μπαρμπούνι και ήταν χαρούμενος, που ο γατούλης του θα έκανε γλέντι τρικούβερτο.
Το γκρι κτίριο δεξιά (με τον τρούλο της Εκκλησίας που ξεχωρίζει) είναι το Σιμωπετρίτικο μετόχι της Δάφνης όπου έμενε εκείνη την εποχή ο π. Γελάσιος
Στο ντοκυμανταίρ ΕΔΩ μπορείτε να τον δείτε να βγαίνει με τη βάρκα του στο 21:56


Μας διηγείται ο ίδιος Γερο–Γελάσιος:
–Μόλις έφθασα, μ’ έκπληξη διαπίστωσα ότι ο γάτος δεν ήταν στο μουράγιο. Ξαφνιάστηκα. Βγήκα έξω με το κοντό ρασάκι και τα μπατζάκια μου ανεβασμένα μέχρι τα γόνατα. Πήρα το πανέρι με τα ψάρια και τράβηξα για το κελί μου. Ο «Μπουλούκος» στεκόταν κάτω από τη μουριά. Τ’ αυτιά του ήταν τεντωμένα και το τρίχωμά του όρθιο. Κοίταζε παράξενα, σαν κάτι να σκόπευε. Του κουνάω το μπαρμπούνι να τον δελεάσω, φωνάζοντας «ψιτ–ψιτ!». Τίποτε. Δεν έδωσε σημασία. Στεκόταν μαρμαρωμένος. Ούτε «ψιτ!» άκουγε, ούτε «ξεψιτ!». Καθώς πλησίασα την πόρτα κι έβαλα το χέρι μου στο πόμολο να την ανοίξω, δίνει ο γάτος ένα σάλτο από έξι μέτρα μακριά και προσγειώνεται μπροστά στα πόδια μου. Κάνω ασυναίσθητα ένα βήμα προς τα πίσω και τι να δω! Μπροστά στο κατώφλι της πόρτας είχε απλωθεί, πέρα-πέρα, μια μεγάλη οχιά. Καραδοκούσε το φίδι να διαβεί κάποιος το κατώφλι, για να τον πλήξει. Ο γάτος είδε την οχιά κι έστησε καρτέρι για να με προστατεύσει από το δάγκωμά της! Θαύμασα και συγκινήθηκα. Αμέσως με το ποδαράκι του άρχισε να τη χτυπά, ώσπου τη σκότωσε. Το φίδι όμως πριν ψοφήσει, πρόλαβε και δάγκωσε τον «Μπουλούκο». Αφού λοιπόν τη σκότωσε και την τράβηξε μακριά, ήρθε κι άρχισε να τρίβεται στα πόδια μου και να νιαουρίζει παραπονιάρικα: «νιάου, νιάου, νιάου!...». Κατάλαβα. Πρόσεξα καλύτερα και είδα ότι το ποδαράκι του είχε αίμα. Πήρα το σουγιά, το έσχισα κοντά στο δάγκωμα και το πίεσα να βγει το δηλητήριο. Ύστερα του έβαλα λαδάκι και το έδεσα. Όμως ο «Μπουλούκος» πρήστηκε κι έγινε τρεις φορές χοντρότερος απ’ ό,τι ήταν. Συνεχώς έκλαιγε. «Βρε, θα ψοφήσει το γατί εξαιτίας μου!», σκεφτόμουνα κι ήμουν όλο στενοχώρια. Μια βδομάδα τον νοσήλευα. Μόλις πέρασε η βδομάδα, άρχισε να συνέρχεται και να τρώει λίγο, αλλά του έπεσαν όλα τα νύχια και το τρίχωμα. Έμεινε, ο καημένος, ένα άσχημο πράγμα. Εγώ όμως του είχα υποχρέωση, γιατί ήταν ο σωτήρας μου. Έτσι, όταν αργότερα πήγα στη Δάφνη, τον πήρα μαζί μου. Συμμαζεύθηκε και μια τυφλή γατούλα, η «Προσφυγοπούλα», κι έτσι δημιουργήθηκε αυτή η παροικία που βλέπεις σήμερα…
εικόνα από ΕΔΩ

Τα δύο τελευταία χρόνια, λόγω καρδιακής ανεπάρκειας, έμεινε κλεισμένος στο κελάκι του. Του είχαμε βάλει κι ένα δέκτη ήχου κι έτσι άκουγε συνεχώς από το Καθολικό τις ακολουθίες. Ήταν πολύ φιλακόλουθος. Όλες τις άλλες ώρες της μέρας και της νύχτας έκανε συνεχώς προσευχή. Συχνά έβλεπε το άκτιστο φως! Τον ρωτούσαμε πώς είναι κι εκείνος έκλαιγε και μας έλεγε: «Αχ, να μπορούσα να σας το εξηγήσω! Δεν ξέρω γράμματα και δεν μπορώ να σας το εξηγήσω. Το αισθάνομαι σαν τις τουλίπες το μαλλί. Μου κάνει καρδιά να πάρω και να δώσω: Πάρε κι εσύ, πάρε κι εσύ, πάρε κι εσύ! Δεν μπορώ αλλιώς να σας το περιγράψω. Μόνο άμα το ζήσει κανείς, το καταλαβαίνει…».

Κάποια μέρα που ήμουν εφημέριος, πήρα αντίδωρο μετά την Απόλυση και του το πήγα. Τον βρήκα να κάθεται στον εξώστη. Η μέρα ήταν ωραιότατη. Ο Γέροντας καθόταν στην πολυθρονίτσα του κι έκλαιγε με λυγμούς.
Τον πλησίασα και τον ρώτησα:
–Γιατί κλαις, Γέροντα;
–Δεν μπορώ να σου πω τώρα, δεν μπορώ... Περίμενε να συνέλθω…
Τον άφησα για λίγο.
Μόλις συνήλθε, μου είπε με αγωνία:
–Θα πεθάνω, πάτερ Αθανάσιε. Ακούς; Θα πεθάνω!...
–Ποιος σου είπε ότι θα πεθάνεις;… Τον ρώτησα έκπληκτος.
–Ο Θεός, μου το είπε! μου απάντησε και συνέχισε: Να, όπως καθόμουν κι αγνάντευα τη θάλασσα με τους ψαράδες και χαιρόμουνα τα πουλάκια και τα λουλούδια κι έβλεπα τον ήλιο να βγαίνει από την κορφή του Άθωνα, είπα μέσα μου: «Θεέ μου! Τι ωραίος κόσμος! Για ποιον έπλασες αυτόν τον κόσμο;…». Ξαφνικά, μου ήρθε μια φωνή από τον Άθωνα, σαν εκατό κεραυνοί μαζί: «Για σένα, το πλάσμα Μου!». Μου πήγε πέντε-πέντε, παιδί μου. Κόντεψε να πάθει η καρδιά μου και να μείνω στον τόπο μου.
–Τι έκανες ύστερα, παππού;
–Εγώ, ο ανόητος, αντί να πάψω και να βουλώσω το στόμα μου, συνέχισα και ρώτησα τον Θεό: «Τι θέλεις από μένα το πλάσμα σου;». «Να με αγαπάς και να με φοβάσαι!». Συνέχισα με αναίδεια: «Πώς θέλεις να Σε αγαπώ και πώς θέλεις να Σε φοβάμαι;». «Να Με αγαπάς ως πατέρα σου και να Με φοβάσαι ως πλάστη σου!», απάντησε η φοβερή φωνή. Εε, μετά απ’ αυτό, είναι να μη πεθάνω;
Προσπάθησα να τον ηρεμήσω, λέγοντας:
–Παππού, ησύχασε. Αν ήτανε να πεθάνεις, θα είχε συμβεί από την πρώτη κιόλας στιγμή. Αφού ο Θεός σε άφησε, θα ζήσεις.

Όντως, έζησε άλλα δύο χρόνια. Διδαχθήκαμε πάρα πολλά από την οσιότητά του. Ήταν άνθρωπος του Θεού, ο οποίος είχε καταλάβει το σκοπό της ζωής του. Μας δίδασκε με τη σιωπή του και με τη ομιλία του και με τις ιστορίες του…

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ

[Μανώλη Μελινού:
«Αγιορείτες Ευλογείτε»,
–Σειρά «Πείρα Πατέρων»–,
κεφ. 2ο, σελ. 52–66,
Αθήνα, Σεπτέμβριος 2004.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]



Διηγήθηκε ακόμη ο μακάριος π. Γελάσιος:
 «...Θα σου πω τώρα και μία επίσκεψη που είχα του αγίου Σίμωνα, του Κτίτορα της Μονής, στο κελλί μου.
Ήταν η μνήμη του, 28 Δεκεμβρίου 1986. Όλοι οι Πατέρες
και οι προσκυνητές βρίσκονταν στην αγρυπνία. Εγώ, όπως ξέρεις, έμενα στο κελλί μου και από εκεί με ειδική συσκευή άκουγα την Ακολουθία του Αγίου. Ξαφνικά, βλέπω τον άγιο Σίμωνα να μπαίνει στο κελλί μου περιβεβλημένος από άπλετο φως. Με ρώτησε τι κάνω. Έπειτα έκατσε μαζί μου και μιλήσαμε αρκετά πράγματα. Ό,τι μιλήσαμε τα είπα στον Ηγούμενο της Μονής, τον π. Αιμιλιανό. Κατόπιν με ευλόγησε και ανέβηκε στους ουρανούς. Δοξασμένο το όνομα του Θεού και του Κτίτορα, του αγίου Σίμωνα.»

Το μακάριο τέλος του π. Γελασίου

Ο μακαριστός π. Γελάσιος εκοιμήθη στις 23 Αυγούστου του 1987, κατά τη διάρκεια του Εσπερινού. Την επομένη το μεσημέρι διαβάσθηκε στο Καθολικό της Μονής η ειδική για Μοναχούς ακολουθία. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε το σκήνωμά του στο κοιμητήρι της Μονής, όπου παρουσία όλων των αδελφών ενταφιάσθηκε. Η χαρά ήταν έκδηλη στα πρόσωπα όλων.
Όταν επιστρέψαμε στο Συνοδικό για να πάρουμε το συνηθισμένο κέρασμα, ο ιερομόναχος π. Δ. μας διηγήθηκε το τελευταίο περιστατικό προ του θανάτου του μακαριστού Παππού:
Χθες το απόγευμα, πλησιάζοντας η ώρα του Εσπερινού, ο υπεύθυνος της εκκλησίας αδελφός κτύπησε το πρώτο τάλαντο και μπήκε μέσα να ανάψει τα καντήλια. Τότε πετάχθηκε έξω από το κελλί του ο Γερο-Γελάσιος. Περίμενε στην αυλή να περάσει ένα τέταρτο, για να κτυπήσει αυτός το δεύτερο τάλαντο. Ένας αδελφός, περνώντας απ’ εκεί, τον πλησίασε και με αγάπη του φίλησε το χέρι. Και το πρόσωπό του είχε πόθο να ασπασθεί, αν δεν τον εμπόδιζε προς τούτο η καλογερική σεμνότητα και ο σεβασμός του προς τον μακαριστό Γέροντα. Τον ρώτησε λοιπόν:
– Γιατί κάθεσαι εδώ, Γέροντα; Μου κάνει εντύπωση αυτή η έξοδός σου και η παραμονή σου σ’ αυτόν τον τόπο.
– Ήλθα να πάρω ευλογία από τον εκκλησιαστικό, να κτυπήσω εγώ το δεύτερο τάλαντο.
– Μα γιατί; Αυτό πρώτη φορά το κάνεις.
Ο Γέροντας του έκανε νόημα με το χέρι να μη επιμένει και ήσυχα του είπε:
– Σσστ, σε λίγο θα δεις.
Ο αδελφός, χωρίς να υποψιασθεί τίποτε, έτρεξε να φωνάξει ένα αδελφό που είχε μαγνητόφωνο και φωτογραφική μηχανή, επειδή του έκανε εντύπωση αυτή η επίμονη επιθυμία του Γέροντα Γελασίου.
Όταν ήλθε η ώρα για το δεύτερο τάλαντο, ο μακαριστός Παππούς πήρε σαν να ήταν νέος Μοναχός το τάλαντο και το κτυπούσε με απλότητα περιφερόμενος πέριξ της εκκλησίας. Πολλοί Πατέρες είχαν σχηματίσει πομπή και τον ακολουθούσαν, κυριολεκτικά συγκινημένοι και απορούντες. Κατόπιν ο διακονητής του τον συνόδεψε μέχρι το κελλί του.
Ο παππούς του είπε: «Εσύ τώρα πήγαινε στην εκκλησία, κι εγώ θα ακούσω τον Εσπερινό από το ράδιο» (εννοούσε την ειδική συσκευή).
Γελάσιος μοναχός Σιμωνοπετρίτης,
δεκαπέντε λεπτά πριν την εκδημία του!
Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια του. Άρχισε ο Εσπερινός. Έφθασε στην ανάγνωση του Ψαλτηρίου. Ο διακονητής του πήγε στον Παππού να δει τι κάνει. Τον βρήκε καθισμένο στο κρεββάτι του με γερμένο το κεφάλι του αριστερά. Νόμισε ότι κοιμάται. Του μίλησε, τον σκούντηξε, καμιά απάντηση. Ο Γερο-Γελάσιος είχε φύγει για τις αιώνιες Μονές.

Από το βιβλίο: Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου, “Σύγχρονοι Γεροντάδες του Άθωνος”, Μοναχός Γελάσιος Σιμωνοπετρίτης (αποσπάσματα). Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου 2005











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου