Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
1. Ἀρμένιοι, Κόπτες, Συροϊακωβίτες καί Αἰθίοπες εἶναι αἱρετικοί
Τό «μή μεταίρειν ὅρια ἅ ἔθεντο οἱ
Πατέρες ἡμῶν», καί τό «Ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι», δηλαδή τό νά μή
μετακινοῦμε τά ὅρια πού ἔθεσαν οἱ Πατέρες μας καί τό νά ἀκολουθοῦμε τούς
Ἁγίους Πατέρες, σταθερό καί ἀπαραβίαστο γνώρισμα τῆς Ὀρθόδοξης πίστης
καί ζωῆς, ἄρχισε νά παραβιάζεται ἀπό τόν περασμένο αἰώνα τοῦ
διαθρησκειακοῦ καί διαχριστιανικοῦ Οἰκουμενισμοῦ-Συγκρητισμοῦ, καί ἡ
παραβίαση αὐτή ἐξακολουθεῖ ἐντονώτερα κατά τόν παρόντα 21ο αἰώνα. Μεταξύ
ἀλήθειας καί πλάνης, μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί αἱρέσεως, ὑπάρχουν σαφῆ ὅρια
καί εὐδιάκριτα, πού τά ἔθεσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες θεπνεύστως σέ
Οἰκουμενικές καί Τοπικές Συνόδους, ἀλλά καί στά θεοφώτιστα συγγράμματά
τους.
Ὁ Μονοφυσιτισμός τόν ὁποῖον ἀκολουθοῦν
καί πρεσβεύουν οἱ Ἀρμένιοι, οἱ Κόπτες, οἱ Συροϊακωβίτες καί οἱ Αἰθίοπες
ἔχει καταδικασθῆ ἀπό τήν Δ´ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενική Σύνοδο (451) ὡς
Χριστολογική αἵρεση, ὅπως καί οἱ πρωτοστάτες αὐτῆς τῆς αἱρέσεως
Διόσκορος καί Σεβῆρος, τούς ὁποίους ὅλοι οἱ ἀνωτέρω αἱρετικοί τιμοῦν ὡς
ἁγίους, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι τούς ἀναθεματίζουμε ὡς αἱρετικούς στό
«Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας», πού διαβάζεται ἤ πού πρέπει νά διαβάζεται τήν
Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί μετά τήν Δ´ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενική Σύνοδο
τοῦ 451 οἱ ἑπόμενες σύνοδοι, ὅπως καί οἱ ἑπόμενοι μεγάλοι Ἅγιοι
Πατέρες, Μάξιμος Ὁμολογητής, Ἰωάννης Δαμασκηνός, Μ. Φώτιος ἐπανέλαβαν
τήν καταδίκη τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ. Τί ἄλλο θέλαμε λοιπόν, τί
ἄλλο χρειαζόμασταν, οἱ σύγχρονοι Ὀρθόδοξοι ἀπό τό νά ἀκολουθοῦμε τούς
θεοφώτιστους Ἁγίους Πατέρες καί νά μή γκρεμίζουμε τά σύνορα ἀνάμεσα στήν
Ὀρθοδοξία καί στήν αἵρεση;
2. Τά ὅρια Ὀρθοδοξίας καί αἱρέσεως ἔπεσαν στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης
Τά σύνορα αὐτά παραβιάσθηκαν πολλές
φορές ἀπό τόν περασμένο αἰώνα στούς προβληματικούς Θεολογικούς
Διαλόγους, ἀλλά καί στίς συχνές καί ἐπαναλαμβανόμενες συμπροσευχές
μεταξύ Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν, ἀκόμη περισσότερο καί στήν μερική
μυστηριακή διακοινωνία μεταξύ τοῦ Ὀρθοδόξου Πατριαρχείου Ἀντιοχείας καί
τῶν μονοφυσιτῶν Συροϊακωβιτῶν, στήν ὁποία θά ἀναφερθοῦμε προσεχῶς.