Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ : Απόστολος - Ευαγγέλιο με μετάφραση και Θεολογική ανάλυση - Βίος Αγ. Μάμα - Ακολουθία Όρθρου και Θ. Λειτουργίας - Ομιλία Γερ. Αθανασίου Μυτιληναίου

 ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ : ΕΔΩ

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΟΡΘΡΟΥ ΚΑΙ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ :  ΕΔΩ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' Α´ 21 - 24
21 ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός, 22 ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν. 23 Ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον. 24 οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' Β´ 1 - 4
1 Ἔκρινα δὲ ἐμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς. 2 εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ; 3 καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτὸ, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω ἀφ’ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν. 4 ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς. 


ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ Ι. ΚΟΛΙΤΣΑΡΑ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' Α´ 21 - 24
21 Εκείνος δε ο οποίος δίδει την ακλόνητον και βεβαίαν πεποίθησιν εις ημάς μαζή με σας, ώστε να μένωμεν πιστοί στον Χριστόν και ο οποίος μας έχρισε με το Αγιον Πνεύμα, είναι ο Θεός. 22 Αυτός και έβαλε την σφραγίδα του επάνω μας, δια να δείξη, ότι είμεθα ιδικοί του και έδωσε το Πνεύμα του το Αγιον εις τας καρδίας μας ως προκαταβολήν και εγγύησιν δι' όλα όσα μας έχει υποσχεθή. 23 Πρέπει δε να σας πω τούτο· ότι εγώ, επειδή σας λυπούμαι, δεν ήλθα ακόμη εις την Κορινθον, δια να μη σας στενοχωρήσω με τας παρατηρήσεις μου και εις αυτό επικαλούμαι μάρτυρα τον Θεόν, που βλέπει την ψυχήν μου. 24 Δεν σας τα λέγομεν αυτά, διότι έχομεν εξουσίαν επάνω εις σας και εις την πίστιν σας, αλλά διότι είμεθα συνεργάται εις την ιδικήν σας χαράν. Αλλωστε σεις στέκεσθε στερεοί εις την πίστιν.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' Β´ 1 - 4
1 Εσκέφθην δε μόνος μου και απεφάσισα τούτο· να μη έλθω προς σας λυπούμενος δια τα σφάλματά σας, λυπών δε και σας με τας παρατηρήσεις, που είμαι αναγκασμένος να σας κάμω. 2 Η λύπη όμως, που θα σας προκαλέσω, αποβλέπει στο καλόν σας, διότι εάν εγώ με τους ελέγχους σας στενοχωρώ, ποιός είναι εκείνος, που με ευφραίνει, παρά αυτός που δέχεται τας παρατηρήσεις μου, λυπείται και μετανοεί δια τα σφάλματά του και προχωρεί εις διόρθωσιν· 3 Και σας έγραψα αυτό τούτο ακριβώς εις προηγουμένην επιστολήν και σας έκαμα παρατηρήσεις, δια να διορθωθήτε εν τω μεταξύ, ώστε, όταν θα έλθω, να μη δοκιμάσω λύπην από εκείνους, από τους οποίους έπρεπε μάλλον να δοκιμάζω χαράν. Είμαι δε βέβαιος δι' όλους σας, ότι η ιδική μου χαρά είναι και χαρά όλων σας. 4 Είχα βέβαια λυπηθή και εγώ πολύ, δια τους ελέγχους που σας έκαμα εις την πρώτην επιστολήν βαθύτατα θλιμμένος και με σφιγμένην την καρδιά και με πολλά δάκρυα, όχι δια να καταβληθήτε από λύπην, αλλά δια να γνωρίσετε την εξαιρετικήν αγάπην, την οποίαν έχω προς σας. 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΚΒ´ 2 - 14
2 Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. 3 καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. 4 πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. 5 οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὃς μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὃς δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· 6 οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν. 7 ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. 8 τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· 9 πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. 10 καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. 11 εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου· 12 καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. 13 τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 14 πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοὶ, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί. 

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ Ι. ΚΟΛΙΤΣΑΡΑ
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΚΒ´ 2 - 14
2 “Η βασιλεία των ουρανών είναι ομοία με βασιλέα, ο οποίος έκαμε μεγαλοπρεπείς γάμους στο παιδί του. 3 Και έστειλε τους δούλους του να καλέση τους προσκαλεσμένους του στους γάμους, αλλά εκείνοι δεν ήθελαν να έλθουν. 4 Παλιν έστειλε άλλους δούλους λέγων· Ειπέτε στους προσκαλεσμένους· ιδού το συμπόσιον το έχω ετοιμάσει, οι ταύροι μου και τα καλοθρεμμένα θρεφτάρια έχουν σφαγή και όλα είναι έτοιμα. Ελάτε στους γάμους. 5 Αλλ' εκείνοι επεριφρόνησαν την πρόσκλησιν, αδιαφόρησαν και επήγαν άλλος με στο κτήμα του, άλλος δε στο εμπόριόν του. 6 Οι υπόλοιποι δε, αφού επιασαν τους δούλους, τους ύβρισαν και τους εφόνευσαν. 7 Ακούσας δε ο βασιλεύς εκείνος ωργίσθη δια την αχαρακτήριστον συμπεριφοράν των προσκαλεσμένων, έστειλε τα στρατεύματά του, εξωλόθρευσε τους φονείς εκείνους και κατέκαυσε την πόλιν των. 8 Τοτε λέγει στους δούλους του· Ο μεν γάμος είναι έτοιμος, αλλά οι προσκεκλημένοι δεν ήσαν άξιοι να παρακαθήσουν στο συμπόσιον. 9 Πηγαίνετε λοιπόν εκεί, όπου βγάζουν οι δρόμοι και ξεχύνονται οι άνθρωποι, και όσους αν βρήτε καλέσατέ τους στους γάμους. 10 Εξήλθον οι δούλοι εκείνοι στους δρόμους και συνεκέντρωσαν όλους όσους ευρήκαν καλούς και κακούς· και εγέμισε η μεγάλη αίθουσα του γαμηλίου συμποσίου από συνδαιτημόνας. 11 Οταν δε εισήλθεν ο Βασιλεύς να ίδη τους καθισμένους στο συμπόσιον, παρετήρησεν εκεί ένα άνθρωπον, ο όποιος δεν εφορούσε κατάλληλον για γάμον ένδυμα 12 και λέγει εις αυτόν· Φιλε, πως εμπήκες εδώ, χωρίς να έχης κατάλληλον ένδυμα γάμου; (Επρεπε να φιλοτιμηθής από την τιμήν που σου έκανα και να προσπαθήσης να βρης ένα τέτοιο ένδυμα). Εκείνος δε έμεινε άφωνος. 13 Τοτε είπε ο βασιλεύς στους υπηρέτας· Δεστε του πόδια και χέρια, πέρτε τον και ρίψατέ τον στο πυκνότατον σκότος· εκεί θα είναι ο κλαυθμός και ο τριγμός των οδόντων. 14 Διότι πολλοί είναι οι προσκεκλημένοι εις την βασιλείαν του Θεού, αλλά ολίγοι είναι οι εκλεκτοί, που δέχονται με ευγνωμοσύνην την πρόσκλησιν και ετοιμάζονται όπως πρέπει”. 
 
 

Η Βασιλική πρόσκλησις (κήρυγμα)

Αποτέλεσμα εικόνας για Κυριακής ΙΔ' Ματθαίου

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΙΔ΄ 
Η Βασιλική πρόσκλησις


δελφο µου,
Σέ πολλές παραβολές  Κύριος µιλ γιά τήν Σωτηρία το νθρωπίνου γένους. Σέ µερικές τονίζει τήν νύστακτη µέριµνά Του γιά µς, χωρίς συγχρόνως νά µνηµονεύ τήν δική µας συµµετοχή στή διαδικασία τς Σωτηρίας, διά τς µετανοίας.

Γιά παράδειγµα, στήν παραβολή το Καλο Ποιµένος, τό χαµένο πρόβατο δέν βοηθ νεργς στήν διάσωσή του. ντιθέτως, στήν Παραβολή το σώτου υο, τονίζεται τό πειρο λεος το Θεο, παρά τήν βυσαλέα πτσι το νθρώπου, συνάµα µως κε καταγράφεται καί  µετοχή στό δρο τς σωτηρίας, διά τς ελικρινος µετανοίας το σώτου. Καί δ µως, πουσιάζει να βασικό στοιχεο.

 πενθύµησις τς αωνίου τιµωρίας γιά κείνους πού θά ρνηθον τό δρο τς σωτηρίας. Ατό συµπληρώνεται στήν σηµερινή Βασιλική πρόσκλησι σέ ∆επνο. πενθυµίζουµε, τι πάρχει καί δευτέρα διατύπωσις τς Παραβολς, στό Εαγγέλιο το Λουκ (ιδ' 15-24),  ποία εναι πιό πιεικής, διότι, ξεφωνήθη πρός πλούς νθρώπους στήν παρχία τς Γαλλιλαίας καί στό σπίτι νός Φαρισαίου.
ντιθέτως,  σηµερινή παραβολή, εναι πολύ αστηρή, πειδή λέχθη στόν Ναό το Σολοµντος καί πευθύνετο πρός τούς µετανοήτους ρχιερες καί πρός τούς Πρεσβυτέρους. ς τό ντιληφθοµε καλς.  Κύριος,  καλν ες τό ∆επνον, µς πευθύνει νοικτή πρόσκλησι σέ θεία εωχία, σέ διαρκές Πνευµατικό Τραπέζι, καί πί τς γς µέσα στήν κκλησία, καί ν τ Οραν, µέσα στόν Παράδεισο. Προετοίµασε γιά µς «τ δεδωρηµνα γαθµαρτιν πθεσιν, Πνεµατος γου µθεξιν, υοθεσας λαµπρτητα, βασιλεα ορανν». ∆ηλ. τοµασε γι µς «τ δωρηθντα γαθ, τν παλλαγ π τς µαρτας µας, τν πρσληψι το γου Πνεµατος, τν λαµπρτητα τν τκνων το Θεο κα τν Βασιλεα τν Ορανν» (γιος Κριλλος λεξανδρεας).
Καί µως, πάρχουν προσκεκληµένοι πού δέν συγκινονται, οτε πό τήν γλυκύτητα το Βασιλέως, οτε πό τά θάνατα δρα. ντίθετα µάλιστα, τιµάζουν καί τόν Προσκαλοντα καί τούς πεσταµένους Του. Καί τότε, κολουθε  φοβερή τιµωρία, γιά τούς µή νταποκρινοµένους. Προστίθεται δέ καί  ποποµπή, γιά τούς ναξίως εσελθόντας στό ∆επνο.
Γιά νά κατανοήσουµε τό ζήτηµα τς τιµωρίας ναφέρουµε τι, µία ξένη βασίλισσα προσευχήθη, ζητώντας πό τό Θεό, νά βασιλεύση πενήντα χρόνια στή γ, θυσιάζοντας τόν Παράδεισο. Πράγµατι, βασίλευσε πενήντα τέσσερα τη. µως, ταν πέθνησκε, µετά πό ζωή δόξης καί σωτείας, τρέµοντας κραύγαζε: «λλοµον µου! Τρα µ περιµνει  αἰώνιος Κλασις!!!».
Εναι ποµένως τραγικό νά γνοήσουµε τήν Βασιλική πρόσκλησι.  Κύριος µιλ νθρωποµορφικς λέγοντας τι, «ργσθη»  Βασιλεύς γιά τίς πράξεις τν προσκεκληµένων καί στειλε τά στρατεύµατά Του καί «πλεσε τος φονες» καί «κατκαψε τν πλι» τους. Καί πί πλέον σέ αστηρό φος συνεχίζει, τι δωσε ντολή νά κβάλλουν ξω πό τό βασιλικό τραπέζι κάποιον, πού δέν διέθετε νδυµα γάµου. Κατά συνέπειαν, καί µες κούγοντας ατά τά αστηρότατα λόγια, δέν θά πρέπει νά φησυχάζουµε γιά τό ζήτηµα τς σωτηρίας µας. πως µς πενθυµίζ  ερός Αγουστνος: «π τος δο ληστς το Γολγοθ νας σθηκε. Μ πογοητεεσαι.  λλος µως χθηκε. Μν φησυχζεις».
ποτελε κοινό µυστικό, τι ο διδαχές το Γλυκυτάτου ησο, εναι µεστές λέους καί χάριτος καί γάπης. Καί ατό ρέσει κόµη καί στούς θέους. µως γι’ ατούς, πάρχει κάτι πού φαίνεται νά προεξέχη σάν αχµηρό γκάθι νάµεσα στά πέροχα λόγια το Κυρίου. Καί ατό εναι  λέξις «Κλασις» (Ματθ. κε’ 46). Θά πρέπει λοιπόν νά κατανοήσουµε τι, τό ερό Εαγγέλιο θεοπνεύστως, µετά πό τήν συγχωρητικότητα καί τήν πιείκεια µνηµονεύει τήν τιµωρία καί τήν κόλασι. φ’ σον πάρχει «γκληµα» κολουθε καί  «Τιµωρα». Εναι πολύτως φυσικό γι’ ατόν πού ρνεται τό φς, νά γευθ τό φοβερό σκοτάδι. Καί ποµένως, θά πρέπει νά ννοήσουµε πλήρως τι, «τ ν γνης σωστς χριστιανς, βεβαως θ σο στοιχση. Περισστερο µως θ σο στοιχση τ ν µ γνης σωστς χριστιανς». ∆ιότι, τότε θά καταλήξης στήν κόλασι καί σ’ ατή, λλά καί στήν λλη ζωή.».
Γνωρίζουµε τι, πολλοί θνητοί παρανοον τήν µακροθυµία καί τό λεος το Κυρίου. σχυρίζονται, τι τό σβεστο πρ τς αωνίου κολάσεως ποτελε φεύρηµα τν παπάδων. Κάποιοι µάλιστα, ψευδοφιλοσοφον χωρίς φόβο λέγοντας, τι δ εναι  Παράδεισος καί  Κόλασις. Καί βέβαια ο διεφθαρµένοι πό δ βιώνουν τήν κόλασί τους.  ποιητής σηµειώνει τό τραγικό το πράγµατος: «Ο στγες τν σπιτιν µας ν µς πνγουν/ναθυµισεις κολασµνες νυκτς/ κα τ αµα µολυσµνο/ και τ αµα νεκρλλησε Κριος φ' µς/ κι µες καρφωµνοι σ σχισµς βρχων/ ν θερζουµε θελλες κα νµους/  θρνος γι τ ξηραµνο ραµα ν µς τυλγη/ ς γνει πιτλους, Κριε, τ Θληµ Σου» (Ν. ρφανδης). ς προσθέσουµε δέ, τι ο διεφθαρµένοι «δν φοβονται τν κλασι, πειδ π τρα δη ζον µσα σ’ ατ». Ατό κριβς διακηρύσσει νας διδακτικός ρχαιοελληνικός διάλογος: «-Εναι κακ  ζω δ», επαν κάποτε στόν ∆ιογένη τόν Κυνικό. «-Να, εναι κακ, ...  κακ ζω», συµφώνησε ξυπνα κενος.
Είναι πολύτως κατανοητό τι,  παράδεισος καί  κόλασις δη ξεκινον πό τίς καρδιές µας. Ατό κριβς φανερώνει να περιστατικό µέ δύο ποιητές πού νβηκαν στίς πανέµορφες λπεις.  πρτος, θαυµάζοντας τό πέροχο τοπίο νεφώνησε: «-δ εναι Παρδεισος! Ο κοιλδες µ τ δνδρα εναι  κπος τς δµ. Τ κελρυσµα τν ρυακιν εναι ο µελωδες τν γγλων. Τ κελαϊδσµατα τν ηδονιν, εναι ο µνωδες τν γων». ντιθέτως  λλος ποιητής, στό διο εδυλλιακό τοπίο, ψιθύρισε: «-δ εναι κλασις! Τ γριτατο τοπο εναι  δης.  θρυβος τν δτων µοιζει µ τν θρνο τν κολασμένων!».
Εποµένως, Παράδεισος καί Κόλασις ξεκινον πό τή γ, µά στήν λλη ζωή συνεχίζονται αωνίως. Καί άν φαντασθοµε τι νας κατάδικος χύνει να δάκρυ κάθε 1.000 χρόνια, τότε ταν θά σχηµατισθ να µεγάλο ποτάµι, πού θά κατακλύση λόκληρη τή γ, δέν θά χη περάση οτε µία µέρα τς τελευτήτου Αωνιότητος.
δελφέ µου,
ν πνευµατικ συνειδήσει, θά πρέπει νά φοβούµεθα τήν κόλασι, στω καί άν ατό δέν κούγεται σύγχρονο στήν ποχή µας. Περισσότερο µως, φείλουµε νά πιθυµοµε νά µετέχουµε στό Τραπέζι το Ορανο. Νά προσευχώµεθα: « µς ρως σταρωται κα οκ στιν ν µο πρ φιλϋλον· δωρ δ ζν κα λαλον ν µοσωθν µοι λγον· -∆ερο πρς τν Πατρα. Οχ δοµαι τροφς φθορς, οδ δονας το βου τοτου. ρτον Θεο θλω,  στι σρξ Χριστο». ∆ηλ. «Τ δικ µου κοσµικ φρνηµα σταυρθηκε κα δν πρχει σ µνα φωτι πιθυµας πρς τν λη. Ζωνταν φων µιλ µσα µου κα µ προσκαλε: -λα πρς τν Πατρα. γ δν εχαριστιµαι µ τροφ φθαρτ, οτε µ τς δονς το βου τοτου. λλ πιθυµ ν γευθ τν ρτον το Θεο, πο εναι  Σρκα το Χριστο». ΓΕΝΟΙΤΟ.-
Α.Ι.Α.

 ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ




Ἡ Ἀμέλεια (05-09-99)


ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ : ΕΔΩ
 
 
 
 
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου