Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

Ένας μάγκας... Άγιος!

Μικρές ιστορίες του χθες και του σήμερα
Δεν διατίθεται αυτόματο εναλλακτικό κείμενο.
Όταν πήγαινα στο Νηπιαγωγείο τρελαινόμουνα με τα κατορθώματα του Μπομπ του μάστορα, του Σούπερμαν και του Ζορό. 

Πιο πολύ από όλους με ενθουσίαζε ο Ζορό. Έβλεπα τις ταινίες του και δεν τον χόρταινα. Περίμενα πώς και πώς τις Απόκριες, για να βάλω τη μαύρη στολή με το καπέλο και τη μάσκα, να κουνάω το σπαθί μου και να σώζω τους ανθρώπους. Στα μάτια μου ο Ζορό ήταν ήρωας. Μάταια η μάνα μου προσπαθούσε να με πείσει πως δεν είναι σωστό να μασκαρευόμαστε. Ούτε το καταλάβαινα τότε, αλλά και το όλο κλίμα στο Νηπιαγωγείο, στα μαγαζιά, στην τηλεόραση δεν βοηθούσε να το καταλάβω. Έκλαιγα, χτυπιόμουνα, την παρακαλούσα και στο τέλος εκείνη υποχωρούσε, αλλά «μόνο για την ώρα του σχολείου, όχι μετά».

Ήμουν στην Γ΄ Δημοτικού, όταν ένα βράδυ άκουσα μια ιστορία από τη γιαγιά μου.
Η γιαγιά μου, η πιο γλυκιά ανάμνηση των παιδικών μου χρόνων, είχε μια εκπληκτική  ικανότητα να διηγείται ιστορίες και να μας καθηλώνει. Μετά το βραδινό φαγητό, μας έβαζε να κάνουμε την προσευχή μας γονατιστοί μπροστά στα εικονίσματα, ύστερα πηγαίναμε στα κρεβάτια μας και ξεκινούσε τη διήγηση.
Το λιγοστό φως του καντηλιού έφεγγε στο ευρύχωρο παιδικό δωμάτιο κι έφτιαχνε μια αλλιώτικη ατμόσφαιρα. Η γιαγιά δεν έλεγε ποτέ παραμύθια, μόνο ιστορίες πραγματικές. Όταν κόντευε να τελειώσει η ιστορία, σιγά - σιγά χαμήλωνε τη φωνή της, μας φιλούσε στο μέτωπο και μας άφηνε να ονειρευόμαστε όσα ακούσαμε.   

Όταν πρωτάκουσα την ιστορία του Ιωσήφ μαγεύτηκα. Τον αγάπησα με τη μία. Όχι μόνο εγώ, αλλά και τα τρία μικρότερα αδέλφια μου. Ήταν η πιο αγαπημένη μας ιστορία από όλες όσες έλεγε η γιαγιά. Κάθε φορά που την άκουγα, τη ζούσα σαν να ήμουν εκεί, μαζί του, δίπλα του.

Μάτωσε η ψυχή μου όταν πέθανε η μανούλα του η Ραχήλ πάνω στη γέννα του μικρότερου αδελφού του στο δρόμο από τη Βαιθήλ στην Εφραθά. Κι όταν αργότερα εγκαταστάθηκαν στη Χαναάν, ώρες ατελείωτες του έκανα συντροφιά σαν έβοσκε τα πρόβατα. Καμάρωσα κι εγώ όταν πρωτοφόρεσε τον πολύχρωμο χιτώνα, δώρο ακριβό του πατέρα στον αγαπημένο του γιο. Θύμωσα πολύ με τα αδέλφια του που τον ζήλευαν και αποφάσισαν να τον πουλήσουν.
 Ένιωθα πως κατέβαινα μαζί του στο λάκκο που τον είχαν κρύψει, για να του κάνω παρέα και να τον παρηγορήσω, αφού ήξερα ότι στο τέλος θα γίνει μεγάλος και τρανός.
Δεν ήταν λίγα τα βράδια που είχα μουσκέψει το παιδικό μαξιλαράκι με τα δάκρυά μου, όταν το δράμα έφτανε στην κορύφωσή του, την ώρα που ο Ιακώβ ο πατέρας του, κρατώντας το ρούχο του με τα αίματα, τον θρηνούσε για νεκρό. 

Είχα αγωνία με την εξέλιξη, όταν έκρυψε το κύπελό του στο τσουβάλι του Βενιαμίν κι ας ήξερα τι θα γίνει στο τέλος. Και μετά, όταν έπρεπε ο Ιακώβ να αποχαιρετήσει το στερνοπούλι του, τον Βενιαμίν, νέες συγκινήσεις, νέα δάκρυα. Ο Ιωσήφ είχε γίνει ο ήρωας των παιδικών μου χρόνων, που μπροστά του ο Ζορό ήταν ... ένα τίποτα.

Αγαπήσαμε τόσο πολύ αυτή την ιστορία, ώστε την κάναμε παιχνίδι στην αυλή του σπιτιού μας κάτω από τη μεγάλη μουριά. Ήμασταν ωστόσο, μόνο τέσσερα παιδιά στο σπίτι -όλα αγόρια- και το σενάριο απαιτούσε τριπλάσιους «ηθοποιούς», οπότε όλοι είχαμε διπλούς και τριπλούς ρόλους. 

Εγώ, ως μεγαλύτερος διάλεγα πάντα τον πρωταγωνιστικό: ήμουν ο Ιωσήφ. Στην αρχή οι δυο μεσαίοι ήταν τα αδέλφια μου που με πουλούσαν και ο τέταρτος ήταν ο έμπορος που θα με αγόραζε. Μετά άλλαζαν οι ρόλοι, κάποιος έπρεπε να κάνει τον Πετεφρή, κάποιος άλλος τον Ιακώβ κ.ο.κ. Η παιδική σκηνοθεσία είναι πάντα ευρηματική. Η αποθήκη της αυλής γινόταν παλάτι, δυο σακούλες από το super market γεμάτες άμμο γίνονταν σακιά με σιτάρι, ένα φλιτζανάκι του καφέ γινόταν το χαμένο κύπελλο και μια παλιά μαξιλαροθήκη ο χιτώνας του Ιωσήφ. Θυμάμαι πόσο είχα εκνευριστεί ένα απόγευμα όταν ο μικρός μου αδελφός που υποδυόταν τον Βενιαμίν είχε βαρεθεί να περιμένει τον Ιακώβ να έλθει για να τον πάρει και άρχισε να παίζει με τη γάτα μας. 

«Ο Βενιαμίν δεν έπαιζε με γάτες» του είπα αυστηρά και του πήρα τη γάτα. Εκείνος έβαλε τα κλάματα και το παιχνίδι πήρε αναπάντεχη τροπή. Μπροστά στον κίνδυνο να έρθει ο Ιακώβ και να μη βρει το γιο του, υποχώρησα.

Μεγάλωσα, τέλειωσα το Δημοτικό και τα παιχνίδια στην αυλή του σπιτιού έδωσαν τη θέση τους σε άλλες δραστηριότητες. Ήμουν στα μισά της Α΄ Γυμνασίου όταν έμαθα κι άλλα, σπουδαία πράγματα για τον Ιωσήφ, τον ήρωά μου. Αυτή τη φορά όχι από το στόμα της γιαγιάς, αλλά από τον κ. Δημήτρη έναν δάσκαλο, που τα Κυριακάτικα πρωινά μάς μάζευε μετά τη Λειτουργία και μας έκανε Κατηχητικό.
Αποτέλεσμα εικόνας για ιωσήφ  ο παγκαλος
«Ήταν πανέμορφος παιδιά μου ο Ιωσήφ. Όχι μόνο στη ψυχή, μα και στο σώμα. Η γυναίκα του Πετεφρή βλέποντας το όμορφο παλικάρι που ’χε στο παλάτι ο άντρας της, τον έβαλε στο μάτι και προσπάθησε να τον παρασύρει στην αμαρτία με τη βία».

«Α! την απαίσια ...» πετάχτηκα εκνευρισμένος, αλλά ο κ. Δημήτρης έκανε πως δεν άκουσε και συνέχισε.

«Ήταν ολομόναχοι. Κανείς δεν θα τους έβλεπε, κανείς δεν θα μάθαινε τίποτα. Και ξέρετε παιδιά μου τι της είπε εκείνος; Πώς εγώ θα κάνω αμαρτία μπροστά στο Θεό;»
Δεν διατίθεται αυτόματο εναλλακτικό κείμενο.
Έτσι λοιπόν, έκανε ο Ιωσήφ μου; Προτίμησε να βγει έξω γυμνός, να υποστεί τις συκοφαντίες, μόνο και μόνο για να μην κάνει αμαρτία; Αισθάνθηκα τόσο, μα
τόσο περήφανος γι’ αυτόν.

«Πολύ μάγκας ο Ιωσήφ!» πετάχτηκα αυθόρμητα, διακόπτοντας τη διήγηση.

«Κωνσταντίνε, δε λέμε μάγκα έναν Άγιο» είπε ο κατηχητής. Ήξερα όμως, πως δε με μάλωσε, το είδα στα μάτια του.

Τελειώνοντας το μάθημα, έδωσε σε όλους μας από μια χάρτινη εικονίτσα του Αγίου Ιωσήφ για ενθύμιο. Από κείνη τη μέρα αγαπούσα και θαύμαζα διπλά τον ήρωά μου. Δεν τον ξέχασα ούτε στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας μου ούτε στις μεταλυκειακές μου σπουδές. Πολλές φορές τον έφερα στο νου μου και στην προσευχή μου, όταν χρειάστηκε πολύ να ματώσω, διαπιστώνοντας πόση μαγκιά έπρεπε να έχω, για να αντιμετωπίσω τις κάθε λογής Πετεφρίνες που παρουσιάστηκαν κατά καιρούς στη ζωή μου, άλλες φορές ελκυστικά με τη μορφή μιας κοπέλας κι άλλοτε ύπουλα και βασανιστικά σαν επανάσταση στη σκέψη μου και σαν αναστάτωση σε κάθε κύτταρό μου.
Ήμουν πρωτοετής φοιτητής στο Μαθηματικό της Κρήτης όταν με ευχάριστη έκπληξη διαπίστωσα ότι ούτε ένας ούτε δύο, αλλά πέντε συμφοιτητές μου, όλοι Κρητικοί, είχαν το όνομα του Αγίου μου. Απογοητεύτηκα βέβαια, μαθαίνοντας πως εκτός από τον δικό μου, υπήρχε κι άλλος Άγιος, συνονόματος, που έζησε εκατοντάδες χρόνια ύστερα από τον δικό μου, όχι στην Αίγυπτο, αλλά στην Κρήτη[1]. Παρηγορήθηκα στη σκέψη ότι κι εκείνος θα ήξερε τον δικό μου Άγιο και θα ήταν το ίδιο μάγκας. «Τι ωραίο να έχεις έναν Ιωσήφ στην οικογένεια!» σκεφτόμουνα.
***
Είχα πολλά γραπτά να διορθώσω εκείνο το ζεστό πρωινό του Ιούνη, όταν με διέκοψε ο ήχος κλήσης από το κινητό μου τηλέφωνο. Ήταν ο κολλητός μου, ο Γιάννης. Ήμασταν φίλοι από μικρά παιδιά. Μαζί στο σχολείο, στο Κατηχητικό, στην Κατασκήνωση, στο Ηράκλειο ως φοιτητές –τι τύχη κι αυτή!– εκείνος στο Φυσικό, εγώ στο Μαθηματικό. Τώρα είχε κι άλλο τίτλο, τον πιο τιμητικό απ΄ όλους: ήταν ο πνευματικός πατέρας του πρωτότοκου γιου μου. Είχαμε κανονίσει να πάμε μαζί μετά τη βάπτιση, για να κάνουμε τη δήλωση στο Ληξιαρχείο.
«Τι θα γίνει; θα σε περιμένω κι άλλο;» μου ’πε και τότε συνειδητοποίησα πως με τα γραπτά ξεχάστηκα και δεν πήγα να τον βρω.
«Sorry, έρχομαι σε μισό» του είπα βιαστικά και βγήκα από το σπίτι. Σε πέντε λεπτά βρισκόμουν έξω από το Δημαρχείο. Ανεβήκαμε τα σκαλιά και απέναντί μας είδαμε το Δημοτολόγιο και το Ληξιαρχείο.
Έδωσα το χαρτί στην υπάλληλο και περίμενα να τον καταγράψει. «Το όνομα του πατέρα σας είπαμε ...» μουρμούρισε εκείνη ψάχνοντας για την ταυτότητά μου. «Σπυρίδων» της είπα. «Και της συζύγου ο πατέρας ...» συνέχισε εκείνη το ψάξιμο. «Δημήτριος» συνέχισα εγώ. Συνέχισε να γράφει. «Λοιπόν, όνομα τέκνου ...» είπε κοιτώντας το χαρτί. «Ιωσήφ !» πετάχτηκα με καμάρι.
Κοίταξε το έγγραφο και ύστερα σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε. Κάτι δεν της κόλλαγε, αλλά δεν την έπαιρνε να με ρωτήσει. Δεν της είπα κάποιο αρχαίο όνομα. τι μόδα κι αυτή να έχουμε πέντε Παυσανίες, καμιά δεκαριά Νεφέλες, έναν Αριστομένη, έναν Ορφέα, πέντε - έξι Ιφιγένειες σε ένα σχολείο και πού και πού κανέναν Γιώργο, Γιάννη ή Μαρία. Ούτε είπα κάποιο όνομα που να θυμίζει τάμα, Ραφαήλ ή Μάριο.
«Αλήθεια, πότε θα τον γιορτάζουμε; Είναι κι άλλος Άγιος Ιωσήφ, ο αρραβωνιαστικός της
Παναγίας» με ρώτησε ο κουμπάρος μου κατεβαίνοντας τα σκαλιά.
«Πω! Κι άλλος μάγκας!» είπα και τον είδα να με κοιτάει έκπληκτος.
«Για φαντάσου! Θα μπορούσε να τη χωρίσει, όταν κατάλαβε ότι κουβαλάει μέσα της μια ζωή ... Είχε το δίκιο και το νόμο με το μέρος του. Αλλά όχι μόνο δεν το έκανε, αλλά προσπαθούσε να βρει λύση που να μην την εκθέσει ... » συνέχισα εγώ.
Σταμάτησα στο πλατύσκαλο και τον κοίταξα στα μάτια. 
«Ή μήπως τελικά όλοι οι Άγιοι είναι μάγκες;» είπα και χωρίς να περιμένω απόκριση, κατέβηκα βιαστικά τα σκαλιά.
Δεν έχω ιδέα πότε θα γιορτάζει ο γιος μου. Δεν έχει καμία σημασία. Το μόνο σίγουρο είναι πως θέλω να γίνει ένας μάγκας. Μάγκας του Χριστού. Με όποιο τίμημα.
Κρ. Π.

[1] Πρόκειται για τον Άγιο Ιωσήφ τον ηγιασμένο που έζησε στην Κρήτη το 16ο αιώνα.

(Η πρώτη εικόνα-αγιογραφία της ανάρτησης από τον εξαίρετο αγιογράφο, Maniatis Dimitris, "δώρο"από εμάς στην "εκ των συν αυτώ", αλλά και αινιγματική Κρ. Π., που γράφει για εμάς κατά καιρούς όλα αυτά τα απίθανα...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου